Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Τρέχα στο άγνωστο, μα όταν φοβηθείς έλα στον γνώριμο μονοπάτι


Μ' ένα μπογαλάκι όνειρα ξεκίνησες τρελή ψυχή μου
ν' αναζητήσεις τον παράδεισο στο αχανές κάπου...
άφησες πίσω τους άγονους, κόκκινους κάμπους,
τους βασανιστικούς ελεύθερους ουρανούς
και τα ροζιασμένα χέρια του γείτονα.
Σ' ένα χαρτί έσπειρες όλες τις ελπίδες.
Και περίμενες...
Και ονειρευόσουν...


Και ήλπιζες...
σαν ξένος στο άγνωστο
δίχως όνομα, δίχως Εγώ
μόνο μ' ένα ζευγάρι μάτια γεμάτο απορίες
και κάτι σκισμένα παπούτσια.
Με την ελπίδα να σε περιγελά
και την μοίρα να φτιάχνει δικούς της κανόνες στο παιχνίδι...
Ναι, συνέχιζες να ονειρεύεσαι
πέρα από τους νεκρούς,
πέρα από τις σημαίες,
πέρα από τα συνθήματα.
Και άντεχες...
Και υπέμενες...
Και συνέχιζες...
Γιατί τόση ελευθερία ποτέ δεν σε φόβισε...
Γιατί ήξερες και μπορούσες…





...γιατί ήλπιζες ότι κάποιο γλυκό χάραμα θα γυρνούσες πίσω…

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Ce n'est pas fini encore



Ζωή είναι οι επιλογές.
Παραμένεις τσίχλα κολλημένη σε βρώμικη αρβύλα
Ή φεύγεις για ‘κείνο το μακρύ ταξίδι…
Με λάθη,
Πισωγυρίσματα,
Τσακισμένα πανιά,
Αλλά και με μαγικά ηλιοβασιλέματα
Και με χείλη που ξέρουν να φιλούν…
Εσύ όμως όλο γυρνάς
Και επιστρέφεις στο γνώριμο λιμάνι
Σαν κύκλος δίχως αρχή ή τέλος
Δυσκολεύεσαι να πάρεις την μεγάλη απόφαση
Και κάπως έτσι παγιδεύεσαι στον καθρέφτη σου
Και κατηγορείς τα καλοκαίρια που άργησαν να’ ρθούν…

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Game over

Σιωπή.
Και κάποια ανυπόφορη μυρωδιά ναφθαλίνης
να αναδύεται από τους ξεθωριασμένους τοίχους.
Παλιές φωτογραφίες στοιβαγμένες,
Ένα, δύο
σκαλάκια που οδηγούν στο άπειρο.
Τρία, τέσσερα
Ξέχειλο παρελθόν που χλευάζει το άδειο παρόν,
Χάδια που δεν δόθηκαν
Λόγια που δεν ειπώθηκαν
Υποσχέσεις που εκτοξεύτηκαν στον ουρανό
Και άφησαν μια γεύση αστερόσκονης στο πρόσωπό σου
Μηδέν;
Στιγμές…
Στιγμές που πέφτουν πάνω μου σαν καρφιά
Δημιουργούν δρόμους
Δρόμους που περπάτησα.
Και μονοπάτια που δεν τόλμησα να διανύσω.
Τα πάντα άδεια…
Λευκό χαρτί

Τα αλλοτινά όνειρα σβήστηκαν με μια μουτζούρα

Και ‘συ;

Σταμάτα να έρχεσαι με το σκοτάδι.
Ν’ αφήνεις πίσω σου αποτσίγαρα,
τσαλακωμένα σεντόνια,
τυχαία αγγίγματα και μισοτελειωμένες κούπες καφέ.
Είναι τρομακτικό...
Κάποτε ήμασταν μαζί στο παιχνίδι.
Έχω καταλάβει ότι πλέον πορεύομαι μόνη μου…


και η άνοιξη είναι ακόμα μακρυά...

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ταινία βωβού κινηματογράφου

Ξημέρωμα
Μαζεμένος στο πάτωμα
Στέκονταν αμίλητος πάνω στα κρύα πλακάκια
Κοίταζε τον λευκό ήχο στο ταβάνι
Παντού μορφές χωρίς νόημα

Σκιές
Σιωπή
Εσύ

Ίσως δεν προσπάθησα αρκετά
Ή μάλλον ναι προσπάθησα
Αλλά τελικά αυτό που μένει είναι μόνο η προσπάθεια.
Έτσι δεν λένε; Είχες ήδη φύγει…
Και εγώ έμεινα πίσω
Και απέκτησα την κακιά συνήθεια
Να σε αναζητώ σε σαπουνόφουσκες φτηνού απορρυπαντικού…

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

«Ο χορός της μοναχικής καρδιάς» *

Μεσημέρι Κυριακής
Ο ήλιος κρυμμένος πίσω από τα γκρι κτίρια
Άσχημη πόλη.
Πώς χωράνε τόσα άδεια βλέμματα;
Τόσα πρόσωπα με το ίδιο ματαιόδοξο μειδίαμα;
Χαμένα βήματα.
Αμήχανα βήματα
στον «χορό της μοναχικής καρδιάς».
Πακιστανοί, shopping addicts, τουρίστες, Εσύ,
ο Άλλος, ανάμεσα στους άλλους σαν άλλος,
μα ποτέ για τον άλλον.
Μοναξιά…
Στα ξεθωριασμένα συνθήματα των τοίχων
Στα βρώμικα πεζοδρόμια
Στους συνωστισμένους δρόμους.
Το απόλυτο κενό κάτω απ’ τον βασανιστικό ουρανό.
Ψωνίζουμε και ψωνιζόμαστε
Καταναλώνουμε και μας καταναλώνουν,
παρακολουθούμε, λαμβάνουμε
Ικανοποιούμε το μηδέν
Μα πάνω απ’ όλα ζούμε.

Θυμάσαι;
Κάποτε μου είπες ότι θα αλλάζαμε τον κόσμο.
Κάποτε ξεκινήσαμε για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.
Δεν τα καταφέραμε.
Ναυαγήσαμε στο μάταιο της ύπαρξης.
Τώρα προσπαθώ να μην αλλάξει ο κόσμος εμένα.
Και όμως, το ξέρω, αρκεί ξανά ένα όνειρο…
Για να αισθανθείς το νωχελικό τρεμούλιασμα της θάλασσας,
με οδηγό μια νότα να χαράξεις μια νέα ουτοπία.

…γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από την ηλιαχτίδα
που ξεπροβάλει από τα μάτια όσων αντικρίζουν την φρίκη,
και παρ’ όλα αυτά βρίσκουν την δύναμη να αντέχουν…




*γραμμένο σε κάποιο τοίχο στα Εξάρχεια...

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Φεύγεις…


Στεκόσουν δίπλα μου,
Αγνάντευες τη θάλασσα…
Τόσο κοντά μου
και ταυτόχρονα πιο μακριά από ποτέ…
άκουγα την ήρεμη ανάσα σου
έβλεπα τα μελαγχολικά σου χέρια
Το ένιωθα πως έφευγες
Δεν ήξερα τι σκεφτόσουν
ή αν σκεφτόσουν
Κοίταζες τον ουρανό και χανόσουν στο άπειρο
Και εγώ
Προσπαθούσα να μαντέψω τα χρώματά σου…
Δεν ήσουν ήχος
Δεν ήσουν εικόνα
Δεν ήσουν ούτε καν μια λέξη…
Ήσουν απλά ο κόσμος μου…
Στεκόσουν εκεί σαν πρωταπριλιάτικο ψέμα
Που με ανάγκαζες να βρω την αλήθεια του.
Χάζευες το γαλάζιο
Και έψαχνες, έψαχνες για Σοφίες και Ζωές στον ουρανό…
Αλήθεια, δεν πρόσεξες ποτέ το άτομο που τώρα σε ψάχνει σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία;

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Χορεύοντας…


Ουρανός, ουρανός
Σύρμα και ύστερα το άπειρο…
Φυλακισμένος σ’ αυτήν την γελοία παράσταση
Ψάχνεις για παράθυρα
Ψιθυρίζεις ήχους που περνούν απαρατήρητοι στο κενό.
Φθόγγους που χάνονται στη σιωπή…
Άδειες λέξεις που ποτέ δεν είναι ικανές
να μιλήσουν για το μηδέν σου…
Ερωτήσεις, και άλλες ερωτήσεις, και άλλες
Η ίδια απορία σου κλείνει χλευαστικά το μάτι
Είδες;
Πάλι δεν πήρες καμία απάντηση…
Πάλι θα προσπαθείς να φαντάζεσαι πελάγη στο γκρίζο τοίχος
Πάλι θα αναζητάς εκείνα τα μάτια…
Και αλήθεια,
δεν πρόσεξες τα χρώματα που ξεθωριάζουν;
Τις χορδές που είναι έτοιμες να σπάσουν;
Τις σκιές που σαν αγάλματα στήνονται γύρω σου;
Χορεύεις άτσαλα στον άνεμο που σε παίρνει μακριά μου
Ακροβατείς ξανά σ’ αυτό το σκοινί
Χτίζεις ανεμόσκαλες που γνωρίζεις ότι δεν θα ανέβεις…
Το ξέρω, δεν αντέχεις…
Και όμως συνεχίζεις να μου
λες καλημέρα με την ίδια άνεση…
Και όμως συνεχίζω να σου χαμογελώ το ίδιο χαζά
Χωρίς να μπορώ να πω….
Τ
Ι
Π
Ο
Τ
Α

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Βροχή


Βρέχει…
Ο ουρανός σκοτείνιασε
Η πόλη πιο γκρίζα απ’ ότι συνήθως
Στο απέναντι μπαλκόνι μια γυναίκα μαζεύει
βιαστικά τα ρούχα,
ο γάτος έχει κουλουριαστεί στα πόδια μου
Και ‘γω ζωγραφίζω τη μορφή σου στο παγωμένο τζάμι
Που το χτυπάνε βίαια οι σταγόνες της βροχής.
Μία, ύστερα δύο, τέσσερις, οκτώ, δεκαέξι…

Χειμώνιασε…
Άραγε τι να κάνεις τώρα;
Ξέρω ότι σου άρεσε η βροχή…
Ξέρω ακόμα τι μουσική ακούς
Ξέρω τα αγαπημένα σου βιβλία
Ξέρω κάθε «μα», «ίσως» και «αλλά» σου
Όμως δεν ξέρω τι κάνεις τώρα.
Πού να είσαι;
Τι σκέφτεσαι; Μας σκέφτεσαι;


Έφυγες…
Συναντήθηκαν για λίγο οι δρόμοι μας
Και ύστερα,
Ύστερα τι;
Απλά χαθήκαμε, όπως χάθηκε και το καλοκαίρι μας
Και είναι ακόμα τόσα αυτά που ήθελα να σου πω…
Αυτά που ήθελα να κάνουμε μαζί…
Άραγε, θυμάσαι ότι μου είχες υποσχεθεί ένα ηλιοβασίλεμα;

Νύχτωσε…
Ναι, είναι αργά τώρα. Το γνωρίζω…
Όπως γνωρίζω ότι αυτά που γράφω είναι ό,τι χειρότερο έχω γράψει
Γιατί καμιά λέξη δεν είναι ικανή να περιγράψει όσα νιώθω…
Αντίο
Αύριο ίσως να σε δω κάπου τυχαία
Αύριο ίσως ο ουρανός να είναι πιο καθαρός
Τελικά δεν μπορούμε παρά να συνεχίσουμε να ζούμε
…

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Αερολογίες ενός ονειροπόλου



Σκοτεινές πινελιές θλίψης στα βλέμματα…

Και ο τρόμος της ματαιοδοξίας να χορεύει τριγύρω σου
Στο βάθος ο ήχος ενός πιάνου να ουρλιάζει
Περασμένα μεγαλεία…
Ενώ εσύ στέκεσαι μόνος στο γκρίζο πλήθος
Με αυτό το τόσο άθλιο, ψεύτικο χαμόγελο.
Αντέχεις;
Μα φυσικά, αυτό έμαθες να κάνεις.
Σε έχουν προετοιμάσει προ πολλού…
Και τι σημασία έχει που η κάθε μέρα σου δείχνει ότι η ζωή
είναι πάντα εκεί όπου δεν βρίσκεσαι;

Δεν σε κατηγορώ, δεν φταις.
Εσύ, απλά ονειρευόσουν…
Ονειρευόσουν ένα σύννεφο βάρκα για τ’ άγνωστο,
Βιολετί χαμόγελα και αγκαλιές με παπαρούνες.
Ονειρευόσουν ένα παράθυρο για να πετάξεις,
Ένα χέρι λευκό για να πιαστείς.
Ντυμένος με τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος
αποζητούσες μόνο μια λέξη
Σ’ αγαπώ…

Και έγιναν όλα ένα κακό όνειρο
μια γελοία παράσταση,
και εσύ σαν μαριονέτα καλείσαι να παίξεις το ρόλο σου.
Μέχρι πότε όμως όλα αυτά;
Πότε θα γλιτώσεις απ’ το θέατρο του παραλόγου;
Πότε; Πότε;
Αύριο, αύριο λες γιατί καμιά φυλακή δεν είναι παντοτινή.
Αύριο, αύριο λες και ψάχνεις τα μάτια που θα σε ταξιδέψουν.
Αύριο λοιπόν, γιατί ξέρεις ότι κανείς τελικά δεν είναι μόνος.