Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

27/06/08



















Πάντα έλεγες ότι η σοβαρότητα δεν μας ταιριάζει
Θυμάσαι;
Και να που τώρα στέκεσαι σιωπηλός απέναντί μου.
Μόνο μια λάμψη τρεμοπαίζει στα μάτια σου.
Μίλα μου…
Εγώ θα σε κοιτώ δήθεν αδιάφορα
και θα συμπληρώνω κάποια μισοτελειωμένη σου φράση…
Φθόγγους, λέξεις που δεν θα βγάζουν νόημα
αρκεί να βγαίνουν από το στόμα σου…
Μίλα μου…
Και εγώ θα αγγίζω δήθεν τυχαία
τα κουρασμένα σου, από τον καιρό δάχτυλα…
Πες μου για εκείνες τις ελπίδες που σε βαραίνουν,
για τα όνειρα που έστειλες σε κάποια εξορία
και τα βράδια επιστρέφουν για να στοιχειώσουν τους άσπρους τοίχους …
Όχι;
Δεν μπορείς;
Μα φυσικά, εφόσον
είμαστε καταδικασμένοι στον εγωισμό της μοναξιάς μας…
Μίλα μου…
Και ας φθινοπώριασε νωρίς ποτέ δεν είναι αργά…
…για να υπάρχεις…
…για να πονέσεις…
Η ύπαρξη επιβεβαιώνεται από τις ανεπάλληλες γρατσουνιές,
από όλα εκείνα που εξαφανίζονται,
όπως κάποιο πυροτέχνημα στον βραδινό ουρανό…
ή όπως εγώ.



Εντέλει,
δεν ήθελες εμένα, μα την απουσία μου…

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Συζητήσεις περί φαυλότητας




Είναι κάτι βράδια που νιώθεις όλο το μάταιο της ύπαρξης
να χαϊδεύει το γλυκό πρόσωπό σου
Να, σαν αυτές τις νύχτες που καθόμασταν ώρες στο πεζούλι,
προσπαθώντας να βρούμε αντικλείδια για μια πόρτα που ποτέ δεν θα άνοιγε
με τα πόδια γυμνά στα χώματα
και το κρύο σεντόνι της νύχτας να μας τυλίγει.
Πόσες και πόσες φορές δεν αναζητήσαμε
όλα τα σιωπηλά «γιατί», τα δειλά «δεν» και τα καταθλιπτικά «πρέπει»
σε κάποιο ραγισμένο αστέρι.
Ναι, σίγουρα τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά,
Να είχαν πάρει ίσως μια τροπή λιγότερο αδιάφορη
και περισσότερο χρωματιστή.
Όμως ο χρόνος είναι σαν την χαμένη πρώτη σου αγάπη.
Ποτέ δεν γυρίζει πίσω.
Και έτσι αναγκάζεσαι να προχωράς
σ’ έναν δρόμο που δεν έχει αφετηρία ή προορισμό.
να συνεχίζεις δίχως να γυρνάς πίσω το κεφάλι,
και να βρίζεις το δάκρυ που πάει να σπάσει στα μάτια σου.
Γιατί αν και ασήμαντος
είχες την ψύχωση να ονειρεύεσαι
και το θράσος να τραγουδάς την θλίψη.

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Τρέχα στο άγνωστο, μα όταν φοβηθείς έλα στον γνώριμο μονοπάτι


Μ' ένα μπογαλάκι όνειρα ξεκίνησες τρελή ψυχή μου
ν' αναζητήσεις τον παράδεισο στο αχανές κάπου...
άφησες πίσω τους άγονους, κόκκινους κάμπους,
τους βασανιστικούς ελεύθερους ουρανούς
και τα ροζιασμένα χέρια του γείτονα.
Σ' ένα χαρτί έσπειρες όλες τις ελπίδες.
Και περίμενες...
Και ονειρευόσουν...


Και ήλπιζες...
σαν ξένος στο άγνωστο
δίχως όνομα, δίχως Εγώ
μόνο μ' ένα ζευγάρι μάτια γεμάτο απορίες
και κάτι σκισμένα παπούτσια.
Με την ελπίδα να σε περιγελά
και την μοίρα να φτιάχνει δικούς της κανόνες στο παιχνίδι...
Ναι, συνέχιζες να ονειρεύεσαι
πέρα από τους νεκρούς,
πέρα από τις σημαίες,
πέρα από τα συνθήματα.
Και άντεχες...
Και υπέμενες...
Και συνέχιζες...
Γιατί τόση ελευθερία ποτέ δεν σε φόβισε...
Γιατί ήξερες και μπορούσες…





...γιατί ήλπιζες ότι κάποιο γλυκό χάραμα θα γυρνούσες πίσω

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Ce n'est pas fini encore



Ζωή είναι οι επιλογές.
Παραμένεις τσίχλα κολλημένη σε βρώμικη αρβύλα
Ή φεύγεις για ‘κείνο το μακρύ ταξίδι…
Με λάθη,
Πισωγυρίσματα,
Τσακισμένα πανιά,
Αλλά και με μαγικά ηλιοβασιλέματα
Και με χείλη που ξέρουν να φιλούν…
Εσύ όμως όλο γυρνάς
Και επιστρέφεις στο γνώριμο λιμάνι
Σαν κύκλος δίχως αρχή ή τέλος
Δυσκολεύεσαι να πάρεις την μεγάλη απόφαση
Και κάπως έτσι παγιδεύεσαι στον καθρέφτη σου
Και κατηγορείς τα καλοκαίρια που άργησαν να’ ρθούν…

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Game over

Σιωπή.
Και κάποια ανυπόφορη μυρωδιά ναφθαλίνης
να αναδύεται από τους ξεθωριασμένους τοίχους.
Παλιές φωτογραφίες στοιβαγμένες,
Ένα, δύο
σκαλάκια που οδηγούν στο άπειρο.
Τρία, τέσσερα
Ξέχειλο παρελθόν που χλευάζει το άδειο παρόν,
Χάδια που δεν δόθηκαν
Λόγια που δεν ειπώθηκαν
Υποσχέσεις που εκτοξεύτηκαν στον ουρανό
Και άφησαν μια γεύση αστερόσκονης στο πρόσωπό σου
Μηδέν;
Στιγμές…
Στιγμές που πέφτουν πάνω μου σαν καρφιά
Δημιουργούν δρόμους
Δρόμους που περπάτησα.
Και μονοπάτια που δεν τόλμησα να διανύσω.
Τα πάντα άδεια…
Λευκό χαρτί

Τα αλλοτινά όνειρα σβήστηκαν με μια μουτζούρα

Και ‘συ;

Σταμάτα να έρχεσαι με το σκοτάδι.
Ν’ αφήνεις πίσω σου αποτσίγαρα,
τσαλακωμένα σεντόνια,
τυχαία αγγίγματα και μισοτελειωμένες κούπες καφέ.
Είναι τρομακτικό...
Κάποτε ήμασταν μαζί στο παιχνίδι.
Έχω καταλάβει ότι πλέον πορεύομαι μόνη μου…


και η άνοιξη είναι ακόμα μακρυά...

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ταινία βωβού κινηματογράφου

Ξημέρωμα
Μαζεμένος στο πάτωμα
Στέκονταν αμίλητος πάνω στα κρύα πλακάκια
Κοίταζε τον λευκό ήχο στο ταβάνι
Παντού μορφές χωρίς νόημα

Σκιές
Σιωπή
Εσύ

Ίσως δεν προσπάθησα αρκετά
Ή μάλλον ναι προσπάθησα
Αλλά τελικά αυτό που μένει είναι μόνο η προσπάθεια.
Έτσι δεν λένε; Είχες ήδη φύγει…
Και εγώ έμεινα πίσω
Και απέκτησα την κακιά συνήθεια
Να σε αναζητώ σε σαπουνόφουσκες φτηνού απορρυπαντικού…

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

«Ο χορός της μοναχικής καρδιάς» *

Μεσημέρι Κυριακής
Ο ήλιος κρυμμένος πίσω από τα γκρι κτίρια
Άσχημη πόλη.
Πώς χωράνε τόσα άδεια βλέμματα;
Τόσα πρόσωπα με το ίδιο ματαιόδοξο μειδίαμα;
Χαμένα βήματα.
Αμήχανα βήματα
στον «χορό της μοναχικής καρδιάς».
Πακιστανοί, shopping addicts, τουρίστες, Εσύ,
ο Άλλος, ανάμεσα στους άλλους σαν άλλος,
μα ποτέ για τον άλλον.
Μοναξιά…
Στα ξεθωριασμένα συνθήματα των τοίχων
Στα βρώμικα πεζοδρόμια
Στους συνωστισμένους δρόμους.
Το απόλυτο κενό κάτω απ’ τον βασανιστικό ουρανό.
Ψωνίζουμε και ψωνιζόμαστε
Καταναλώνουμε και μας καταναλώνουν,
παρακολουθούμε, λαμβάνουμε
Ικανοποιούμε το μηδέν
Μα πάνω απ’ όλα ζούμε.

Θυμάσαι;
Κάποτε μου είπες ότι θα αλλάζαμε τον κόσμο.
Κάποτε ξεκινήσαμε για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.
Δεν τα καταφέραμε.
Ναυαγήσαμε στο μάταιο της ύπαρξης.
Τώρα προσπαθώ να μην αλλάξει ο κόσμος εμένα.
Και όμως, το ξέρω, αρκεί ξανά ένα όνειρο…
Για να αισθανθείς το νωχελικό τρεμούλιασμα της θάλασσας,
με οδηγό μια νότα να χαράξεις μια νέα ουτοπία.

…γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από την ηλιαχτίδα
που ξεπροβάλει από τα μάτια όσων αντικρίζουν την φρίκη,
και παρ’ όλα αυτά βρίσκουν την δύναμη να αντέχουν…




*γραμμένο σε κάποιο τοίχο στα Εξάρχεια...

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Φεύγεις…


Στεκόσουν δίπλα μου,
Αγνάντευες τη θάλασσα…
Τόσο κοντά μου
και ταυτόχρονα πιο μακριά από ποτέ…
άκουγα την ήρεμη ανάσα σου
έβλεπα τα μελαγχολικά σου χέρια
Το ένιωθα πως έφευγες
Δεν ήξερα τι σκεφτόσουν
ή αν σκεφτόσουν
Κοίταζες τον ουρανό και χανόσουν στο άπειρο
Και εγώ
Προσπαθούσα να μαντέψω τα χρώματά σου…
Δεν ήσουν ήχος
Δεν ήσουν εικόνα
Δεν ήσουν ούτε καν μια λέξη…
Ήσουν απλά ο κόσμος μου…
Στεκόσουν εκεί σαν πρωταπριλιάτικο ψέμα
Που με ανάγκαζες να βρω την αλήθεια του.
Χάζευες το γαλάζιο
Και έψαχνες, έψαχνες για Σοφίες και Ζωές στον ουρανό…
Αλήθεια, δεν πρόσεξες ποτέ το άτομο που τώρα σε ψάχνει σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία;

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Χορεύοντας…


Ουρανός, ουρανός
Σύρμα και ύστερα το άπειρο…
Φυλακισμένος σ’ αυτήν την γελοία παράσταση
Ψάχνεις για παράθυρα
Ψιθυρίζεις ήχους που περνούν απαρατήρητοι στο κενό.
Φθόγγους που χάνονται στη σιωπή…
Άδειες λέξεις που ποτέ δεν είναι ικανές
να μιλήσουν για το μηδέν σου…
Ερωτήσεις, και άλλες ερωτήσεις, και άλλες
Η ίδια απορία σου κλείνει χλευαστικά το μάτι
Είδες;
Πάλι δεν πήρες καμία απάντηση…
Πάλι θα προσπαθείς να φαντάζεσαι πελάγη στο γκρίζο τοίχος
Πάλι θα αναζητάς εκείνα τα μάτια…
Και αλήθεια,
δεν πρόσεξες τα χρώματα που ξεθωριάζουν;
Τις χορδές που είναι έτοιμες να σπάσουν;
Τις σκιές που σαν αγάλματα στήνονται γύρω σου;
Χορεύεις άτσαλα στον άνεμο που σε παίρνει μακριά μου
Ακροβατείς ξανά σ’ αυτό το σκοινί
Χτίζεις ανεμόσκαλες που γνωρίζεις ότι δεν θα ανέβεις…
Το ξέρω, δεν αντέχεις…
Και όμως συνεχίζεις να μου
λες καλημέρα με την ίδια άνεση…
Και όμως συνεχίζω να σου χαμογελώ το ίδιο χαζά
Χωρίς να μπορώ να πω….
Τ
Ι
Π
Ο
Τ
Α