Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Βροχή


Βρέχει…
Ο ουρανός σκοτείνιασε
Η πόλη πιο γκρίζα απ’ ότι συνήθως
Στο απέναντι μπαλκόνι μια γυναίκα μαζεύει
βιαστικά τα ρούχα,
ο γάτος έχει κουλουριαστεί στα πόδια μου
Και ‘γω ζωγραφίζω τη μορφή σου στο παγωμένο τζάμι
Που το χτυπάνε βίαια οι σταγόνες της βροχής.
Μία, ύστερα δύο, τέσσερις, οκτώ, δεκαέξι…

Χειμώνιασε…
Άραγε τι να κάνεις τώρα;
Ξέρω ότι σου άρεσε η βροχή…
Ξέρω ακόμα τι μουσική ακούς
Ξέρω τα αγαπημένα σου βιβλία
Ξέρω κάθε «μα», «ίσως» και «αλλά» σου
Όμως δεν ξέρω τι κάνεις τώρα.
Πού να είσαι;
Τι σκέφτεσαι; Μας σκέφτεσαι;


Έφυγες…
Συναντήθηκαν για λίγο οι δρόμοι μας
Και ύστερα,
Ύστερα τι;
Απλά χαθήκαμε, όπως χάθηκε και το καλοκαίρι μας
Και είναι ακόμα τόσα αυτά που ήθελα να σου πω…
Αυτά που ήθελα να κάνουμε μαζί…
Άραγε, θυμάσαι ότι μου είχες υποσχεθεί ένα ηλιοβασίλεμα;

Νύχτωσε…
Ναι, είναι αργά τώρα. Το γνωρίζω…
Όπως γνωρίζω ότι αυτά που γράφω είναι ό,τι χειρότερο έχω γράψει
Γιατί καμιά λέξη δεν είναι ικανή να περιγράψει όσα νιώθω…
Αντίο
Αύριο ίσως να σε δω κάπου τυχαία
Αύριο ίσως ο ουρανός να είναι πιο καθαρός
Τελικά δεν μπορούμε παρά να συνεχίσουμε να ζούμε

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Αερολογίες ενός ονειροπόλου



Σκοτεινές πινελιές θλίψης στα βλέμματα…

Και ο τρόμος της ματαιοδοξίας να χορεύει τριγύρω σου
Στο βάθος ο ήχος ενός πιάνου να ουρλιάζει
Περασμένα μεγαλεία…
Ενώ εσύ στέκεσαι μόνος στο γκρίζο πλήθος
Με αυτό το τόσο άθλιο, ψεύτικο χαμόγελο.
Αντέχεις;
Μα φυσικά, αυτό έμαθες να κάνεις.
Σε έχουν προετοιμάσει προ πολλού…
Και τι σημασία έχει που η κάθε μέρα σου δείχνει ότι η ζωή
είναι πάντα εκεί όπου δεν βρίσκεσαι;

Δεν σε κατηγορώ, δεν φταις.
Εσύ, απλά ονειρευόσουν…
Ονειρευόσουν ένα σύννεφο βάρκα για τ’ άγνωστο,
Βιολετί χαμόγελα και αγκαλιές με παπαρούνες.
Ονειρευόσουν ένα παράθυρο για να πετάξεις,
Ένα χέρι λευκό για να πιαστείς.
Ντυμένος με τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος
αποζητούσες μόνο μια λέξη
Σ’ αγαπώ…

Και έγιναν όλα ένα κακό όνειρο
μια γελοία παράσταση,
και εσύ σαν μαριονέτα καλείσαι να παίξεις το ρόλο σου.
Μέχρι πότε όμως όλα αυτά;
Πότε θα γλιτώσεις απ’ το θέατρο του παραλόγου;
Πότε; Πότε;
Αύριο, αύριο λες γιατί καμιά φυλακή δεν είναι παντοτινή.
Αύριο, αύριο λες και ψάχνεις τα μάτια που θα σε ταξιδέψουν.
Αύριο λοιπόν, γιατί ξέρεις ότι κανείς τελικά δεν είναι μόνος.